Τα πάντα γύρω από τα ρουμπίνια

Δημοσιεύτηκε από Dimitrios Fronimos 05/01/2018 0 Σχόλια

 

 

Τα έδρανα (οι βάσεις των αξόνων) από πολύτιμους λίθους, ανακαλύφθηκαν και εισήχθησαν στα ρολόγια από τον Nicolas Fatio de Duillier περί το 1702 με στόχο να μειώσουν την τριβή. Δεν έγιναν ευρέως διαδεδομένα μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Μέχρι τον 20ο αιώνα τα έδρανα των μηχανικών ρολογιών προερχόντουσαν από μικρά κομμάτια φυσικών ορυκτών. Τα ρολόγια συχνά περιείχαν γρανίτη, χαλαζία ακόμα και γυαλί. Μόνο τα πολύ ποιοτικά ρολόγια περιείχαν ζαφείρι, ρουμπίνι ή διαμάντι. Το 1902 επινοήθηκε μια διαδικασία παρασκευής τεχνητών κρυστάλλων ζαφειριού, καθιστώντας την χρήση πολύτιμων λίθων σημαντικά φθηνότερη.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για watch jewels

 

Τα ορυκτά που απαντώνται στα σύγχρονα ρολόγια είναι σχεδόν όλα είτε συνθετικό ζαφείρι είτε ρουμπίνι, κατασκευασμένα από κορούνδιο (Al2O3), ένα από τα πιο σκληρά στοιχεία γνωστά στον άνθρωπο. Η μόνη διαφορά μεταξύ του ζαφειριού και του ρουμπινιού είναι διάφορες προσμίξεις που προστίθενται με στόχο να αλλάξουν το χρώμα του υλικού. Δεν υπάρχει λοιπόν ουσιαστική διαφορά στις ιδιότητες του εξαρτήματος. Το πλεονέκτημα της χρήσης πολύτιμων λίθων είναι η πολύ σκληρή και ταυτόχρονα ολισθηρή επιφάνειά τους με τον χαμηλότερο συντελεστή τριβής από το μέταλλο. Ενδεικτικά ο στατικός συντελεστής τριβής του ατσαλιού σε ατσάλι είναι 0.58, ενώ αυτός του ζαφειριού σε ατσάλι είναι 0.10-0.15.